Ήμασταν πάντοτε ψυχάρες, μα δεν αλλάζαμε μπαλιές.

Μολάοι 14 Ιουνίου 2017. Τα χρόνια περνούν, με το κεφάλι , ασχέτου εποχής, πυκνής ή αραιής βλάστησης, να θυμίζει χιονισμένη βουνοκορφή κι εσύ ζητάς από το χρόνο να γυρίσει πίσω, κάνοντάς σε πάλι πιτσιρίκι. Να ξαναζήσεις μια ζωή ανέμελη,  που διορθώνοντας τα «λάθη» σου (τρομάρα σου) να τη ζήσεις ακόμα πιο έντονα, γεμίζοντας κι άλλο τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις, πιστεύοντας πως δεν ήσουν τόσο τυχερός όσο θα έπρεπε.
Μήπως όμως θα πρέπει να αναθεωρήσεις; Αν σε ρωτήσει ένας 20χρονος σήμερα, να του πεις για εκείνη την ιστορική ημέρα της Ελλάδος πριν τρεις δεκαετίες κι εσύ αρχίσεις να εξιστορείς, καλό θα ήταν να παρατηρήσεις το πρόσωπό του. Στο βλέμμα του νεαρού, θα διακρίνεις μία ζήλεια. Αυτή η ζήλεια θα πρέπει να σε ταρακουνήσει, να σου πει πως «εσύ είσαι ο τυχερός, γιατί εσύ ρε βλάκα, τα έζησες!»
 ΜΟΛΑΟΙ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1987. Πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια, από την ημέρα που οι Έλληνες ενώθηκαν, βάζοντας τέλος στον διχασμό των «Γαλάζιων» και «Πράσινων» καφενείων.  Βγήκαν στους δρόμους, να πανηγυρίσουν ΜΑΖΙ! Η Εθνική μας έπαιξε 1η φορά ομαδικά και πέτυχε, διότι «ήμασταν πάντοτε ψυχάρες, μα δεν αλλάζαμε μπαλιές»!  Ομαδικά κι όλοι οι Έλληνες πανηγύρισαν, ΕΝΩΜΕΝΟΙ.
Στους Μολάους εκείνη την εποχή, υπήρχαν και καφετέριες «αχρωμάτιστες». Σε αυτές μαζευόμαστε οι μικροί, αφού εκεί τα ενδιαφέρονται ήταν άλλα και σίγουρα όχι πολιτικά… Στο σπίτι, η μάνα, η γιαγιά, ενδεχομένως ο πατέρας, να μη γνώριζαν την πορτοκαλί μπάλα. Τι να κάτσεις να κάνεις στο σπίτι τη βραδιά του τελικού;;; Έτσι λοιπόν, η «πάνω πάμπ» γέμισε από νεολαία. Αξέχαστες οι βολές του Λιβέρη Ανδρίτσου που μας έκαναν όλους να ανεβούμε σε τραπέζια και καρέκλες και να φωνάζουμε «παράταση…παράτασηη!!». Αν δίπλα μου υπήρχαν 100 πρόσωπα, τη στιγμή των βολών του Καμπούρη, τα μάτια που κοιτούσαν στην τηλεόραση, ζήτημα να ήταν 50! (δεν υπήρχε μονόφθαλμος…). Ήθελε θάρρος να κοιτάξεις τον Αργύρη να εκτελεί βολές. Άλλοι είχαν γυρισμένοι πλάτη (σαν τον Φιλλίπου) κι άλλοι κοιτούσαν με μισό μάτι. Αυτά, στην 1η βολή. Στη 2η όλοι κοιτούσαν.
Εδώ έπαθα overdose, μέχρι την στιγμή που βρισκόμαστε τραγουδώντας, δίπλα από την εκκλησία, κατευθυνόμενοι για πλατεία που συγκεντρώνονταν άνθρωποι κι αυτοκίνητα με εκκωφαντικό θόρυβο. Η κατάληξη της βραδιάς ήταν το συντριβανομπουγέλωμα στην ταράτσα της «κάτω πάμπ». Εκεί, πρόσεξα για 1η φορά τον γύψο στο χέρι μου με τη Γαλανόλευκη, να έχει σπάσει και κάπως αργά να θυμήθηκα πως είχα σπασμένο χέρι για 15 ημέρες στο γύψο. Επιστρέφοντας πολύ αργά στο σπίτι και περιμένοντας γκρίνια και φωνές, συνάντησα αγκαλιές/πρόσκληση για νέους πανηγυρισμούς από Μητέρα και Γιαγιά! Πιο θαύμα, πεθαίνεις…

 

Sorry, comments are closed for this post.